Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010
- Frank's Wild Years-
10 σχόλια Αναρτήθηκε από "Ground Control to Major Tom" στις Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2010'
'
'
'
'
'
''
'
'
'
'
'
'
'
'
'
Η Στέλλα ήταν ένα σκιάχτρο γυναίκας. Αδύνατη με σκληρή και στεγνή πέτσα και χείλη ίσια γραμμή σφιγμένα μονίμως, που ζούσε στην επαρχία ολομόναχη.
Η Στέλλα όμως είχε ένα μυστικό που αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να το μαντέψει ποτέ κανείς.
Καλλιεργούσε τουλίπες. Στρέμματα ολόκληρα από δαύτες.
Οι τουλίπες της ήταν όλες λαμπερές κίτρινες και λυγερόκορμες που στην ακμή της ανθοφορίας τους τα κεφάλια τους, με όποιο αεράκι κι αν φυσούσε, γύριζαν σαν κοκότες στο καλεσμά του.
Έτσι οι τουλίπες αυτές είχαν κάνει γνωστή τη Στέλλα σε όλην την περιοχή, αν και ζούσε μόνη της εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς να επιδιώκει γνωριμία καμία με τους γείτονες.
Δεν υπήρχε μέρα που να μην περάσει κάποιος γείτονας ή επισκέπτης από μακρυά για να χαζέψει αυτήν την κίτρινη λίμνη από τουλίπες έως εκεί που έφτανε το μάτι σου, ώσπου και έφτασε η στιγμή που την επισκέφθηκε ένας φωτογράφος. Φρανκ τον έλεγαν.
- "Λοιπόν εδώ είναι", και του έδειξε με τον τεντωμένο αυστηρό της δείκτη τα λουλούδια.
"Φωτογράφισε τα τώρα"
Εκείνος γέλασε δυνατά με τη στάση που είχε πάρει μπροστά του και της απάντησε ότι δεν ήθελε να πάρει φωτογραφία μόνο τα λουλούδια αλλά και εκείνη μαζί τους.
(Εξάλλου ο συντάκτης τι θέμα να ανέβαζε στο περιοδικό αν υπήρχε μόνο αυτό το εξωπραγματικό ποτάμι από τουλίπες χωρίς εκείνον που τις δημιούργησε?)
Την έβαλε λοιπόν να ξαπλώσει μπρούμυτα με την κοιλιά της να ακουμπάει το μουσκεμένο γρασίδι από τη βροχή που μόλις είχε ρίξει και το πρόσωπό της ισεπίπεδο με τα ολάνθιστα λουλούδια.
- " Είναι εξαίσια" αναφώνησε, ενώ τραβούσε δεκάδες κλικ το περίγραμμα του προσώπου της σε πρώτο πλάνο και το θολό χρωματιστό κίτρινο ντεκόρ στο βάθος.
" Πως τα έφτιαξες όλα αυτά"?
- "Σπόρους μόνο, τίποτα άλλο" αποκρίθηκε και η κοιλιά της να έχει γίνει υγρή από την υγρασία της γης, της άρεσε όμως έτσι.
Σταμάτησε ο Φρανκ μόνο όταν ο ήλιος βυθίστηκε στον ορίζοντα.
Μπήκαν κι οι δύο μέσα στο σπίτι της κι ο φωτογράφος της ξεκούμπωσε την μακρυά μάλλινη φούστα.
Άγγιξε το βλοσυρό της στόμα με τις άκρες των δακτύλων και τη δροσερή νοτισμένη της κοιλιά.
Τα κόκκινα μαλλιά της λυμένα ήταν κι εκείνα σιωπηλά όταν εκείνος ξεφώνισε πάνω της.
Η νύχτα τους πρόλαβε με τον Φρανκ να κοιμάται με το ένα του χέρι ανάμεσα στα πόδια της Στέλλα.
Εκείνη ξύπνια να παρακολουθεί τα φώτα από τα διερχόμενα αυτοκίνητα να ταξιδεύουν στους τοίχους του δωματίου της,
Έπρεπε να βάλει και κόκκινες τουλίπες τώρα. Κόκκινες σαν αίμα θα ταίριαζαν καλύτερα...
Όταν επέστρεψε σπίτι ο ήλιος φώτιζε το δωμάτιο ακόμα.
Θα υπήρχε απόλυτη ησυχία αν δεν έπαιζε ακόμα το "Frank's Wild Years" στο καθιστικό. Η Στέλλα είχε αγοράσει το CD και του ζήταγε συνέχεια να το χορέψουν μαζί.
Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρά τους και βούλιαξε μπρούμυτα στο κρεββάτι....
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------
- "Πες μου τα σχέδιά σου Φρανκ?" τον ρώτησε
- " τα σχέδιά μου...?"
- "Αυτά ναι΄, που έχεις στο κεφάλι σου" του αποκρίθηκε δαγκώνοντάς τον στον ώμο
- "Δεν ξέρω ακόμα. Το μόνο που θέλω είναι να πάμε κάπου αλλού μακρυά από εδώ"
Ετικέτες ιστορίες
Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010
"Εσκέιπ Σπιντ"
8 σχόλια Αναρτήθηκε από "Ground Control to Major Tom" στις Τρίτη, Σεπτεμβρίου 07, 2010
.
Ενώ εκείνος πλησίαζε το ταμείο ο ανδρόγυνος πωλητής κάρφωσε το βλέμμα του ανυπόμονα πάνω του ρουφώντας με επιδεικτικό τρόπο την τελευταία μεγάλη γουλιά από τον καφέ του.
O πελάτης, γιατί περί ου ο λόγος γίνεται, αράδιασε την κατάκτησή του διπλά στο ταμείο και σαν κι αυτές τις ηλικιωμένες κυρίες που βρίσκεις πάντα μπροστά σου στις σειρές των σούπερ-μάρκετ, ξεκίνησε το μέτρημα δραχμής-δραχμής για να πληρώσει το αποκτημά του.
- "αυτό δεν είναι για πούλημα κύριε" αποκρίθηκε απαθής χωρίς να νοιάζεται για την συναισθηματική επένδυση που είχε προλάβει ήδη να εναποθέσει ο άλλος πάνω στη λεία που είχε εντοπίσει.
-" είναι σπασμένη"
Όντως η σπονδυλική της στήλη ήταν ραγισμένη και ένα κομμάτι γαλακτερό μάρμαρο έλειπε από τη μέσα μεριά του μηρού της.
- " δεν είναι σπασμένη" απάντησε αγνοώντας τους υπαινιγμούς του υπαλλήλου
" είναι ανάπηρη από αγάπη" και χαμογελώντας πλατιά στον άνδρα-γυναίκα υπάλληλο του καταστήματος, κατευθύνθηκε στην έξοδο κουβαλώντας προσεχτικά την ραισμένη του αγορά.
Μόλις έφτασε σπίτι του ο Πυγμαλίων γρήγορα την απίθωσε στο δάπεδο και κοίταξε το γυμνό γυναικείο κορμί που ήταν σμιλεμένο πάνω στο λευκό μάρμαρο και που αργά-αργά ζωντάνευε μπροστά στα ματιά του.
.......................................................................................................
Γρήγορα ξεκίνησε να την λαξεύει και να της αλλάζει το σχήμα...
Αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν ένα γρήγορο αυτοκίνητο....
(στο τέλος της ανάγνωσης μπορείτε να προσθέσετε έναν πνιχτό ήχο και δακτυλίδια καπνού να αιωρούνται από το βάθος ενός εικονογραφημένου φαραγγιού )
Ετικέτες ιστορίες
Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010
Σε όλες τις ιστορίες της υπήρχε το χάπι-έντινγκ.
Το "ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα"
Από τότε που ξεκίνησε να μεγαλώνει το σώμα της και έβλεπε το στήθος της να αλλάζει σχήμα, τις μασχάλες της να μαλλιάζουν και το μέτωπό της να γεμίζει με αυτά τα σιχαμένα κόκκινα σημάδια της ακμής, στο μυαλό της άρχισε να σχηματίζεται η αντίληψη του πραγματικού προβλήματος με τις ιστορίες.
Έλεγε στις φίλες της χασκογελώντας ενδιάμεσα, γιατί δεν ήθελε να βαρύνει το θέμα:
"Δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι τις ιστορίες σου κι αν τις συνεχίζεις καιρό πολύ, υπάρχει πάντα θάνατος στο τέλος"
(μετά χαζογέλαγε βέβαια και άναβε τσιγάρο αργά, ακροβατώντας το ανάμεσα στα δάκτυλά της κι όταν το σπίρτο πύρωνε την χορτένια άκρη του η τζούρα που τράβαγε θα πρεπε να φτανε μέχρι κάτω στα σπλάχνα της μέσα)
Άντε τώρα εσύ να διακόψεις τέτοιο χαρμάνι ιεροτελεστίας, ζητώντας και τα ρέστα με τις ερωτήσεις που είχαν εξαπλωθεί σε όλα τα μήκη και πλάτη της φαιάς σου ουσίας .
Αλλά δεν πολυένοιαζε και κανέναν αυτό, θέλω να πιστεύω.
Όλοι μας, τόσα χρόνια τώρα βρισκόμασταν κρυμμένοι πίσω από ένα ερωτηματικό, άντε το πολύ μια άνω τελεία, θα μας ένοιαζε τώρα μια χαρούμενη μικρή ιστορία με ένα ακόμα πιο χαρίσαμενο τέλος?
Μπα!
Το μόνο που έβρισκα παράξενο σε όλο αυτό ήταν ότι ο τρόπος σκέψης της με είχε κάνει να συνειδητοποιώ ότι ξέχναγα σιγά-σιγά να λυπάμαι.
Μπορεί να υπήρχαν στιγμές που ένοιωθα το λαιμό μου μουδιασμένο από τον κόμπο και ήχοι θάλασσας να ξεφεύγουν από τα μάτια αλλά οι λύπες μου είχαν πάει περίπατο.
Ξέβαφαν στο πέρασμα του χρόνου σαν να βρίσκονταν βουτηγμένες μέσα σε μια τεράστια λεκάνη γεμάτη χλωρίνη.
-"Τραβάνε κατευθείαν για Παράδεισο" μου απάντησε, όταν της είπα για αυτό το παράδοξο που μου συνέβαινε.
"και να σου εξομολογηθώ κάτι?", με ρώτησε
"Ξέρεις πως θέλω να ξεκινήσει η δική μου ιστορία?"
- Διστακτικά της έγνεψα
- "Μετά την τελεία... Εκεί που το τέλος γίνεται ατελή..."
του Ρένου Χαραλαμπίδη, "Φθηνά Τσιγάρα"
στο βάθος ακούγεται η Έλλη Πασπαλά
με το υπέροχο "Summertime in Prague"
και το "Λευκό μου γιασεμί".
-Διαβάζεται με ανοικτά τα ηχεία -

Ετικέτες ιστορίες
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010
"Eρωτήσεις που έχω"
12 σχόλια Αναρτήθηκε από "Ground Control to Major Tom" στις Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2010Νεαρός Ζέντι (εγώ): "αυτήν τη βδομάδα παλεύω μάστερ Γιόντα"
Μάστερ Γιόντα: " τι είναι αυτό με το οποίο παλεύεις νέε Ζέντι?¨"
Ζεντί (εγώ): " πολλά πράγματα με μπερδεύουν μάστερ. Υπάρχουν τόσα
πολλά πράγματα που ζαλίζουν το μυαλό μου"
Μάστερ Γιόντα: "η ζωή δεν είναι πάντα εύκολη Ζέντι.
Υπομονή να μάθεις πρέπει, να κατανοείς πρέπει να γνωρίζεις,
να ανησυχείς για αυτά, δεν πρέπει"
Ζέντι:" είσαι τόσο σοφός κύριε. Αλλά δεν μπορώ να μην αγχώνομαι απ' όλα
αυτά τα άγνωστα πράγματα"
Μάστερ Γιόντα:" να έρθεις πρέπει νεαρέ Ζέντι και να μου πείς τις ερωτήσεις σου τώρα...
να τις απαντήσω για σένα θα προσπαθήσω"
Ζέντι: " εντάξει μάστερ... πρώτα να σε ρωτήσω πόσα τσιγάρα
και πόσα οινοπνευματώδη σκευάσματα θα μπορώ να έχω με τα ίδια χρήματα
μετά την αύξηση που θα πάρουν?"
Μάστερ Γιόντα: " Οοο... αυτή η ερώτηση είναι μεγάλη πράγματι.
Πρόκειται περί οικονομικών και μαθηματικών και πιθανών
οδηγιών που θα έρθουν από τους έξω δακτυλίους.
Μπορώ να νιώσω την απάντηση, αλλά μόνο εσύ μπορείς
τη λύση να βρεις νεαρέ Ζέντι.
Χρόνο ίσως να χρειαστεί και κάποιες φορές ο πιο Σοφός άνδρας
το αιθέρα να αφήνει να μένει αιθέρας.
Εμπιστεύσου τα νούμερα, εσύ πρέπει Ζέντι"
Ζέντι: "ακόμα μία ερώτηση μάστερ... οι εξισώσεις, τα μαθηματικά ,
τα..."
Ο Γιόντα Μάστερ σηκώνει το πράσινο φρύδι του κουνώντας το κεφάλι του
ελαφρά σαν από ζαλάδα και ξεδιπλώνει αργά τα μικρά του πράσινα δάκτυλα
Μάστερ Γιόντα:" Σςς... νεαρέ Ζέντι. Ησύχασε εσύ, σου λέω.
Ειρήνη δεν έρχεται όταν πολλές ερωτήσεις κρέμονται στην
άκρη του μυαλού σου.
Φαντάσου δεν υπάρχουν ότι . Είναι παραίσθηση φαντάσου"
Κάθησα καλύτερα τότε στη θέση μου αφήνοντας την πλάτη μου
να πέσει με υπόκωφο θόρυβο στην καρέκλα
εξέπνευσα ότι αέρα είχαν μαζέψει τα πνευμόνια μου
και τα χείλη μου άρθρωσαν ερώτηση μεγάλη
Ζέντι: " μάστερ Γιόντα έχω μια εξίσωση να σου δείξω.
Είναι εξισώσεις σχολείου δημοτικού μάστερ και εγώ δεν
ξέρω να τiς λύσω.
Είναι,
Χ * (0.25 + 7.35 - 1,12)=100
Χ : (7/6 + 2/3)=85
----------------------------------
Ζέντι:" Μάστερ Γιόντα?"
------------------------------------
Μάστερ Γιόντα:" Ναι, νέε μου Ζέντι?"
Ζέντι:" ποιες είναι οι απαντήσεις μάστερ?
Ποιός είναι ο λόγος που έβαλαν τέτοιες μεγάλες εξισώσεις
σε νεαρούς μικρότερους πολύ από μένα?"
Μάστερ Γιόντα:"Αυτήν την ερώτηση δεν μπορώ να απαντήσω
νέε Ζέντι.
Η ώρα να σου πω ήρθε
Ζέντι" μάστερ...?"
Μάστερ Γιόντα:"Ναι..."
Ζέντι:¨"Γνωρίζεις ποτέ τίποτα μάστερ...?"
Μάστερ Γιόντα: "Ειλικρινής θα μαι μαζί σου νεαρέ Ζέντι.
όχι, ειλικρινά όχι...
στις πρώτες "Star Wars" ταινείες ήμουν μια
animated κούκλα
και στις πρόσφατες παραγωγές
είμαι περισσότερο
pc graphics..."
Nεαρός Ζέντι:"ΟΟΟοοοοοοο......."
με κινηματογραφικούς χαρακτήρες
είναι μια παρωδία της
εσκεμμένης πραγματικότητας"
Ετικέτες ιστορίες
Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009
"Α doll named Eva"
11 σχόλια Αναρτήθηκε από "Ground Control to Major Tom" στις Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 16, 2009Η πορσελάνινη κούκλα, προσπάθησε να απολογηθεί για τις παράξενες υπνηλίες που την έπιαναν κατά διαστήματα.
"Νομίζω στιγμές, ότι είμαι η Ιωάννα της Λωραίνης και στιγμές, μια πόρνη της Σαιγκόν. Όπως και να χει μοιάζω, από λίγο, και στις δύο".Ετικέτες ιστορίες
Τρίτη 16 Ιουνίου 2009
" Who Dreamed us here? - 2- "
23 σχόλια Αναρτήθηκε από "Ground Control to Major Tom" στις Τρίτη, Ιουνίου 16, 2009

"Ποιός μας ονειρεύτηκε, εμάς εδώ" ? ρώταγαν στα ονειρά τους, οι κάτοικοι αυτού του μέρους.

Ξυπνώντας, προσπαθούσαν να διαπραγματευτούν απο την αρχή αυτά, που ερήμην τους κληρονομήσαν απο τους προγονούς τους

Εκείνα τα αρχικά, λαμπερά χρώματα των σπιτιών τους, που κάποιος στην πορεία τους ρουφούσε τα χρώμματα.
Τα πεζοδρόμια, με τις μασημένες τσίχλες καθώς τις πάταγαν και τα βήματα τους να βρωμούν βαρύτητα σε κάθε χτύπο που έκαναν τα τακούνια τους.
Τη σκιά τους εκείνη, που δε φαίνονταν πάνω στον σκοτεινό τοίχο, όταν έσκυβαν περπατώντας.
Το γαλακτερό νεφέλωμα για ουρανό πάνω απ το κεφάλι τους, με τα μάτια άγρια να σκάβουν το χώμα.
Αλλά, τα όνειρα που δεν είχαν ονειρευτεί ακόμα, μαζευόντουσαν συνέχεια...
Συννέφιαζαν το σκοτάδι με σπίθες απο χρώματα και εκείνοι ξεχνούσαν να ρωτήσουν.
Ρώταγαν...
"Ποιός μουτζούρωσε τους δρόμους που δεν υπήρξαν ποτέ εκεί" ?
Και ξέχναγαν ότι είχαν ρωτήσει ...
"Ποιός μας ονειρεύτηκε εμάς εδώ?" και αμφέβαλλαν όταν τους απάντησαν, ότι τα όνειρα ενός ανθρώπου, είναι η ιστορία του βιβλίου ενός άλλου ...
Και έτσι στο τέλος, κατανάλωσαν τον κόσμο αυτόν, σαν να ταν " κάποτε "...
Στα ονειρά τους...
Ετικέτες ιστορίες
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009
"Who dreamed us here...?"
15 σχόλια Αναρτήθηκε από "Ground Control to Major Tom" στις Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2009





( Στο τέλος "έγινε", γιατί "γίνεσαι", όχι με το πώς ξεκίνας τα πράγματα,
αλλά το πως τα "τελειώνεις" )
Ετικέτες ιστορίες
Κυριακή 15 Μαρτίου 2009
"Όταν μόλις έχεις τελειώσει μια ιστορία του Τom Robbins..."
13 σχόλια Αναρτήθηκε από "Ground Control to Major Tom" στις Κυριακή, Μαρτίου 15, 2009Υπήρξε κάποτε "μία", που όταν άκουγε ιστορίες άλλων ανθρώπων, αναγνώριζε κομμάτια δικά της να υπάρχουν μέσα τους...
Όχι τα κομμάτια τα γνωστά που ταυτίζεσαι με εκείνα όποτε τα ακούς να στα αφηγούνται ή τα διαβάζεις μονορούφι σαν φραπέ κρύο καφέ, ένα καλοκαιρινό καταμεσήμερο ντάλα στον ήλιο...
Όχι έτσι... θα σας διέψευδε κοροϊδευτικά, περιπαιχτικά, ειρωνικά, ή με όποιο παραπλήσιο τρόπο γνώριζε.
Σουφρώνοντας ταυτόχρονα, χείλια, μάτια και φρύδια με τέτοιο ανεπαίσθητο τρόπο για να μη σας προσβάλει κιόλας...

Λοιπόν, όσο και να μη με πιστέψετε, αυτή η "μία" όταν άκουγε ιστορίες άλλων ανθρώπων που αναγνώριζε να υπάρχουν δικά της κομμάτια μέσα τους, πίστευε ότι τα κομμάτια αυτά τα δικά της, ήταν αληθινά και παλλόντουσαν σαν οποιαδήποτε άλλα ζωντανά πλάσματα με σάρκα και οστά!
Ναι... έτσι ακριβώς...
Και μη γελάτε... ούτε καν να μειδιάτε γιατί... έτσι ήταν... κάθε ένα κομμάτι από όλα όσα ταυτιζόταν με την ύπαρξή της, εκείνα γεννιόντουσαν από το πουθενά και ήταν ζωντανά.
Είχε αναγνωρίσει στην ιστορία κάποιου μια "μικρούλα". Μια "μικρούλα" που πάντα ακούει αλλά ποτέ δεν αποκαλύπτει το παραμικρό σε κανέναν.
Κάθε πρωί αυτή η "μικρούλα" είχε τον απόλυτο έλεγχο για κάθε αχτίδα που κυκλοφορούσε με το πρώτο χάραμα.
Ήταν ο φύλακας και ο διαχειριστής της μέρας και όλου του φωτός που κυκλοφορούσε, ακόμα και κάθε μικρού κβάζαρ που υπήρχε στριμωγμένο στην άκρη του σύμπαντος και μπορούσε να εκπέμπει έστω και την πιο μικρή απειροελάχιστη ποσότητα από... φώς...Κάθε πρωί εκείνη η "μικρούλα" το φιλτράριζε κατά τη διαδρομή του όπως ξεχυνόταν κατά μήκος της άκρης των στεγών, όπως φώτιζε και δημιουργούσε σκιές κατά το πέρασμά του μέσα από δέντρα... πάνω στις υδρορροές προσώπων που έχουν κλάψει.
Η "μικρούλα" λοιπόν, ξυπνούσε κάθε μέρα μόνη της και ξεκλείδωνε όλες τις ποσότητες φωτός που τις φύλαγε κάθε βράδυ σε μεγάλα δωμάτια. Άκουγε αυστηρά και υπομονετικά κάθε ένα αίτημα για παραπάνω αχτίδες, για παραπάνω μέρα, στη ζωή κάποιου και εκείνη έκανε τη διανομή.Αλλά όφειλε να είναι πολύ προσεχτική στις αιτήσεις των ανθρώπων για παραπάνω φώς.
Πριν, όχι πολύ καιρό από τότε, σε μια στιγμή από απείθαρχο πάθος, η "μικρούλα" έδωσε σχεδόν, όλα τα αποθέματα φωτός που είχε.

Τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα τότε. Ήθελαν να την ευχαριστήσουν για το έξτρα φως που τους χάρισε αλλά εκείνη δε μπορούσε να απαντήσει σχεδόν σε καμία από τις κλήσεις.
Μόνο τα μαγουλά της φούσκωναν και ξεφούσκωναν σαν ένα νευρικό ψάρι.
Όπως είπα και στην αρχή της ιστορίας της, ήξερε να ακούει αλλά όχι να αποκαλύπτει το παραμικρό στον οποιονδήποτε. Και έτσι το μόνο που της έμενε να κάνει, ήταν να εισπνέει και να εκπνέει σαν ψάρι και όταν έβλεπε ότι έπρεπε να μιλήσει ίσως και να κουτρουβαλίωταν στο μικρό δωμάτιο που εκεί φύλαγε τις πρώτες πρωινές ώρες της μέρας και να έκλεινε τα μάτια της και τα αυτιά της, μέχρι να περάσουν οι πολλές ομιλίες και τα λόγια.
Κάθε βράδυ που η μέρα έδυε, εκείνη σιγά-σιγά μάζευε το φώς στα ιδιαίτερα δωματιά του και μετά σημάδευε τη νύχτα, άστρο παρά άστρο...
Αυτή η "μία" όταν άκουσε και την τελευταία λέξη από την ιστορία αυτού του "κάποιου", γέλασε με ένα χαμόγελο να χαράζει το πρόσωπό της από την μια πλευρά έως την άλλη.
Τώρα πλέον γνώριζε... αλλά, ήδη άκουγε να τη φωνάζουν για να επιστρέψει πίσω στο δωματιό της...

Γιατί άκουσε αυτόν που διηγόταν την ιστορία και που ζωντάνεψε στο τέλος, ότι η "μικρούλα", αυτή ντέ, που ήταν το γενικό κουμάντο στη διανομή του φωτός, ξεκίναγε να μαζεύει κάθε ίχνος φωτός, όταν ο ουρανός έπαιρνε τα χρώματα απο τις πυζάμες του Edgar Alla Poe... αν και ήταν σίγουρη όμως, ότι αυτό ή κάτι παρόμοιο, το είχε διαβάσει κάποτε σε ένα βιβλίο του Robbins...
Και πριν προλάβει να σκεφτεί κάτι παραπέρα, βρέθηκε μαζί με άλλες "μία" σαν και εκείνη, στο δωματιό της για... ύπνο...
Ο ουρανός είχε ήδη πάρει το χρώμα απο τις πυζάμες του Poe, όταν πλέον "κοιμήθηκε"...

Ετικέτες ιστορίες
Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009
Υπήρχαν φορές που ο ναύτης είχε οράματα. Έβλεπε μια γυναίκα να κολυμπάει παράλληλα με την πορεία του πλοίου, να χώνεται κάτω από την καρίνα του, και όποτε γυρνούσε ανάσκελα τα δύο πιο λευκά παλλόμενα στήθη που είχε αντικρίσει ποτέ του, ξεπρόβαλαν πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας...
Κάθε μέρα ακουμπούσε το κεφάλι του στην οξειδωμένη κουπαστή και κάρφωνε τα μάτια του στα πότε πράσινα και πότε μπλε απόνερα, μήπως αυτή εμφανιστεί ξανά, έστω και για μια τελευταία φορά...
Ένοιωθε επιθυμίες να στροβιλίζονται στα πιο αφιλόξενα κομμάτια του κεφαλιού του μέσα και να υποκύπτει σαν εκκρεμές που λάθεψε το χρόνο.
Η πλήρη εναρμόνισή του βρισκόταν στην απόσταση που κάνει τα πάντα να φαίνονται πιο μεγάλα. Ο χρόνος μεγεθύνει ότι αφήνει πίσω του. Και τα δικά του χαμένα πράγματα, είχαν γίνει τεράστια και πόσο ήθελε να φτύσει την απόσταση αυτή. Να την πνίξει μέσα στο ίδιο του το σάλιο.
Ακόμα και οι μνήμες των σκιών τους όταν ξεπροβάλλουν, σκοτεινιάζουν ένα ολόκληρο σύμπαν, χτίζουν σε δευτερόλεπτα πόλεις ολόκληρες χωρίς να υπάρχει η ελπίδα να παραπέσει έστω και μικρή λέξη τους για να αλλοιωθούν και εξαφανιστούν.Να τη φτύσει την απόσταση ήθελε, να την τελειώσει σαν κλεψύδρα λειψή από χρόνο.
Και τότε την είδε...
Ρούφηξε όσο οξυγόνο μπόρεσε και βούτηξε με το κεφάλι μέσα, μεσοπέλαγα, για να ακουμπήσει αυτή την λευκή σάρκα που ξεπρόβαλε ,που ήξερε ότι η αρμύρα θα τον έκανε να πιει μέχρι θανάτου για να την γευτεί όπως ακριβώς της άξιζε.
Με λευκές και μωβ τεράστιες μέδουσες που ανοιγόκλειναν ολόγυρά του σαν μικρές ομπρέλες βρέθηκε αναμέσα και το χαλασμένο εκκρεμές του, του εμφάνισε μια πόλη, τότε που ήταν μικρό αγόρι, που πέτρες πολύχρωμες ήταν πετράδια, όμορφα τόσο, όσο για να κερδίσουν το χαμόγελο του κοριτσιού της διπλανης πόρτας.
Ακόμα και τότε που ήταν αγόρι, δεν είχε μπει στον κόπο για να να μαζέψει ούτε μια πέτρα, ούτε ένα τόσο δα κομμάτι ψεύτικης χαράς.
Δεν το έκανε γιατί ήξερε, ήξερε ότι ακόμα και ένα σακούλι γεμάτο από αυτό το "όπιο", δε θα έφτανε για να τον αγαπήσει έστω και ένα κορίτσι, ακόμα και το κορίτσι που έμενε στο σπίτι δίπλα στο δικό του... αυτό με το λευκό δέρμα που τόσο ήθελε να αγγίξει.
Το εκκρεμές βαρούσε ασυγχρόνιστα...
Έμμονη ιδέα ήταν... όλη του η σκέψη, κατακόκκινη να περιμένει πότε θα καταβροχθιθεί από τον κορίτσι της διπλανής πόρτας.
Και όσο έπιανε τον εαυτό του να μην υπάρχει εξαιτίας της, τόσο και τον μισούσε... την μισούσε ... όσο και τις μέδουσες που κολυμπούσε δίπλα τους εκείνη τη στιγμή.
Όσο την μισούσε, όλο και πιο πολύ ήθελε να την παρακολουθεί, να την ακολουθεί και να προσπαθεί να μην τη χάνει από μπροστά του.
Και όσο επέμενε να την κοιτάζει, τόσο πιο όμορφη γίνονταν.. η σάρκα της πιο μαλακή.... πιο λευκή... και υπήρχαν στιγμές, που το μετάξι των μαλλιών της, τον έκανε να ξυπνάει με κομμένη την ανάσα του κάθε βράδυ...
Και τότε κατάλαβε ότι η ομορφιά της, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, είχε γίνει για εκείνον που κολυμπούσε τώρα, η θανατική ποινή του.
Και πέρασαν, μέρες και μήνες και χρόνια από τότε...
Και κανείς ποτέ δεν άκουσε ξανά για αυτόν το ναυτικό...
Έγινε ένας αγνοούμενος...
Σαν και αυτούς που εξαφανίζονται χωρίς να χάνονται ποτέ...
Aλλά που μόνο πεθαίνουν.
Ετικέτες ιστορίες
Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009
"Πάντα εδώ ήμουν..." Μέρος -2-
28 σχόλια Αναρτήθηκε από "Ground Control to Major Tom" στις Παρασκευή, Φεβρουαρίου 27, 2009
Μια φορά και ας πούμε τώρα... ήταν... ένας άνθρωπος... τον πετύχαμε τη μοναδική στιγμή που όλοι ξέρουμε ότι θα έχουμε στη ζωή μας και πιο συγκεκριμένα, είναι το μοναδικό πράγμα που γνωρίζουμε ότι θα μας συμβεί και το μοναδικό που αναθεματίζουμε γιατί να είμαστε γνώστες του.
Έτσι, ο άνθρωπος αυτός βρίσκεται πεσμένος στο πάτωμα... πρόσωπο χαραγμένο από την επερχόμενη έλλειψη ζωής που θα έχει, μάτια κλειστά ή καλύτερα τα μάτια αυτά που είναι μισόκλειστα. Μισάνοιχτα στο θάνατο και μισόκλειστα στη ζωή.
Αν πιστέψω ότι λίγο πριν πεθάνεις, περνάει όλη η ζωή μπρος από τα μάτια σου... σίγουρα αυτός, αυτό κάνει τώρα. Θυμάται σα βροχή που περνάει από μέσα του, κάθε συναίσθημα από τα γεγονότα που συνέβησαν στη ζωή του...
Τα πρώτα του γενέθλια, το φιλί της μάνας του... ήταν σαν ένα κομμάτι βελούδο που του χάιδεψε το μέτωπο αυτό το φιλί. Το ποδήλατο που απέκτησε, τον πόνο από τα σκισμένα του γόνατα κάθε φορά που έπεφτε χάμω.
Το πρώτο του αυτοκίνητο, αυτό που τσαλάκωσε πιωμένος κάποιο βράδυ, ούτε που θυμάται πλέον που. Θυμάται μόνο τη γεύση του αίματος ανακατωμένη από τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ στη γλώσσα του πάνω.
Την πρώτη, δεύτερη, κλώνους μετά γκόμενες στη σειρά που ξάπλωσε μαζί τους, τις πήρε όλες, που τους άδειασε τη ζωή, που μερικές κατάφεραν και του άδειασαν τον εγωισμό του από αγάπη.
Α! Το πόσο καλός ήταν στη δουλεία του...Αυτό μάλιστα. Τόσο... που οι περισσότεροι δεν γνώριζαν ότι τον έλεγαν... "αλήθεια πως με φώναζε η μάνα μου μικρό"... ? Κύριο "Επώνυμο" τον αποκαλούσαν και ήταν αρκετό για αυτούς και για εκείνον... εξάλλου, ήταν από τους καλύτερους και πιο ακριβοπληρωμένους στον τομέα του και αυτό ήταν αρκετό και για εκείνον και για όλους τους υπόλοιπους.
Και τότε θυμήθηκε...
Που σταμάτησε να βλέπει, ακούει, να μιλάει. Θυμήθηκε πολύ καλά αυτό που του συνέβη.. Άκουγε μόνο τη δική του ηχώ, όχι λόγια, κανενός λόγια, ούτε καν τα δικά του. Τη σιωπή του.
Ναι μόνο αυτό άκουγε.
Είχε πολλά που ήθελε να πει... αλλά δεν ήξερε τι...
Ήθελε... πολλά ήθελε... είχε πολλά... αλλά δεν ήταν τίποτα... γιατί δεν μπορούσε να τα δει.. να τα ακούσει... να τους μιλήσει... να τον ακούσουν.
Περνούσαν οι μέρες, τα χρόνια και η "απουσία" αυτού του "κάτι" που γούσταρε σαν τον... "Διάολο" να έχει, δεν υπήρχε πουθενά, εκεί που δεν μπορούσε να δει, να ακούσει, να πεί.
Και τώρα, με το τελευταίο του κλάσμα χρόνου, απομεινάρι του στη ζωή αυτή, άκουσε...
Για πρώτη φορά στην άχρηστη, γαμημένη του ζωή άκουσε, είδε, ένοιωσε...
Φωνή παιδική, του παιδιού του, το γέλιο του, το σαλιωμένο μικρό του χέρι πάνω στο δικό του...
- Ποιος είναι? - άκουσε τη φωνή του, τη δική του φωνή, για πρώτη φορά μετά από ατέλειωτα χρόνια-
- Είσαι καλά? - άκουσε τη φωνή του γιου του, του δικού του γιου, για πρώτη φορά μετά από ατέλειωτα χρόνια-
- Πονάω πολύ που σε ακούω... Που ήσουν...?
- Λές βλακείες πάλι, το ξέρεις...?
Πάντα εδώ ήμουν!
Όλο βλακείες λέτε εσείς οι μεγάλοι και γι' αυτό σε αγαπώ πιο πολύ από το πολύ...
Και ένοιωσε πάλι... το φιλί... πάνω στον δεξί του κρόταφο... απαλό... σαν να μην δώθηκε ποτέ σε αυτόν τέτοιο φιλί...
Και έγινε καινούργιος... ζούσε πάλι... άκουγε ξανά... μίλαγε πάλι... έβλεπε...
ΌΛΑ ΑΥΤΆ ΠΟΥ ΉΘΕΛΕ, αλλά δεν ήξερε ότι ήταν πάντα εκεί και τον περίμεναν...
Και.... πέθανε ο άνθρωπος αυτός... ήσυχα όπως είχε έρθει... σαν άνθρωπος... όπως έπρεπε να είναι...
Ετικέτες ιστορίες



